15 Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 949 μ.Χ. στὴ Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους, τὸν Βασίλειο καὶ τὴν Θεοφανώ. Ὁ θεῖος του Βασίλειος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλὴ θέση στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρὶς τὸν ἀνεψιό του κοντά του, ὅπου, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔτυχε καλῆς παιδείας. Ὅμως ὁ Ὅσιος δὲν ἔδινε προσοχὴ καὶ δὲν ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιὰ μάθηση.
Κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Συμεὼν γνωρίστηκε μὲ ἕναν μοναχὸ τῆς περιωνύμου μονῆς Στουδίου, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν, ἐπίσης, Συμεών. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἔγινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅταν κατὰ τὸ ἔτος 963 μ.Χ. πέθανε ὁ θεῖος του, ὁ Συμεὼν προσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ζητοῦσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρομοιάζει τὸν θεῖο του μὲ τὸν Φαραώ, τὴ διαμονή του στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο μὲ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν πνευματικό του πατέρα μὲ τὸν Μωϋσῆ.
Κάποτε ὁ Γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μὲ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἐρημίτου καὶ Διαδόχου Φωτικῆς. Ζωηρὴ ἐντύπωση τοῦ προξένησε τὸ ἀκόλουθο ἀπόφθεγμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, ποὺ εἶχε τὸν τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»:

«Ἐὰν ζητᾶς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου,
κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἦταν σὰν νὰ ἄκουσε τὸ λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ κάνει ὅτι τὸν πρόσταζε ἡ συνείδησή του. Καὶ αὐτή, ποὺ εἶναι κάτι θεϊκό, τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς στὰ ἀνώτερα, ἔτσι ὥστε αὔξησε τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη του μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ἄρχιζε νὰ λαλεῖ ὁ πετεινός, δηλαδὴ μέχρι τὰ χαράματα. Σὲ αὐτὸ τὸν βοηθοῦσε καὶ ἡ συνεχὴς νηστεία. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ πρὶν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, ζοῦσε σχεδὸν ἀσώματο βίο. Δὲν τοῦ χρειάστηκε λοιπὸν πολὺς καιρός, γιὰ νὰ ἐκδημήσει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ ὁρώμενα καὶ νὰ εἰσδύσει στὰ ἀόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, ποὺ προσευχόταν καὶ μὲ καθαρὸ νοῦ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Θεό, εἶδε ξαφνικὰ νὰ λάμπει ἄπλετο φῶς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατεβαίνει πρὸς αὐτόν. Φώτισε τὰ πάντα καὶ τὰ μετέβαλε σὲ μία ὁλοκάθαρη ἡμέρα. Καθὼς ἦταν καὶ ὁ ἴδιος τυλιγμένος ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἐξαφανίσθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκία μαζὶ μὲ τὸ δωμάτιό του, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἁρπαγεῖ στὸν ἀέρα, νιώθοντας σὰν νὰ μὴν εἶχε καθόλου σῶμα. Κατάπληκτος ἀπὸ τὸ μέγα τοῦτο μυστήριο κραύγαζε μὲ μεγάλη φωνὴ τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Καθὼς βρισκόταν μέσα σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο φῶς, βλέπει στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μία ὁλόφωτη νεφέλη, ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη, γεμάτη ἀπὸ τὴν ἄρρητη δόξα τοῦ Θεοῦ. Στὰ δεξιά της ἔστεκε ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἔμεινε σὲ αὐτὴ τὴν ἐκστατικὴ κατάσταση γιὰ πολύ, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται, καθὼς βεβαίωνε ἀργότερα, ἐὰν ἦταν μέσα στὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος. Ὅταν κάποτε ἐκεῖνο τὸ φῶς σιγὰ – σιγὰ ὑποχώρησε, ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ κατάλαβε πὼς βρίσκεται μέσα στὸ δωμάτιο.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεωρία, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἱκέτευε συνεχῶς τὸ Γέροντά του νὰ τὸν κείρει μοναχό.
Ἀλλὰ ὁ πνευματικός του πατέρας τὸν ἀναχαίτισε, ἐπειδὴ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴν οἰκία τοῦ θείου του, ὅπου ἄρχισε μὲ ἐπιμέλεια νὰ μελετᾶ. Βαθιὰ ἐντύπωση ἀπεκόμισε ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ καὶ Διαδόχου Φωτικῆς, τὰ ὁποία ἔλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πνευματικοῦ του.
Κατὰ τὸ ἔτος 970 μ.Χ. ὁ Συμεὼν ἐπισκέφθηκε τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν κλίση του γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο. Μάταια ἐκεῖνοι προσπάθησαν νὰ μεταβάλλουν τὴν ἀπόφαση τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τους. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμεὼν ἦταν σταθερή. Ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πατρικὴ περιουσία ποὺ τοῦ ἀνῆκε καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Λίγο ἀργότερα μεταβαίνει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὑπὸ τὸν ἡγούμενο Ἀντώνιο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Μετὰ ἀπὸ μία διετία ἐκάρη ἐδῶ μοναχός, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ποὺ φώτιζε τὸν ἑαυτό του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Συμεὼν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) καὶ τὴν ἔγκριση τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς.

Ὡς ἡγούμενος ὁ Ὅσιος ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλὲς δυσάρεστες καταστάσεις. Ὄχι μόνο τὴν κατεστραμμένη μονή, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ἡ μονὴ παρομοιαζόταν μὲ κατάλυμα κοσμικῶν καὶ νεκρῶν σωμάτων. Καὶ ἡ μὲν μονὴ ὡς οἰκοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, ἡ πνευματικὴ ὅμως συγκρότηση τῶν μοναχῶν ἀπαιτοῦσε πολλὲς ἀνυπέρβλητες προσπάθειες. Ἡ διδασκαλία του συνάντησε τὴν μεγάλη ἀδιαφορία ὁρισμένης ὁμάδας μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο, κατὰ τὴν διάρκεια μία πρωϊνῆς κατηχήσεως, νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ Γέροντός τους. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως ὁ Ὅσιος, «τὰς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἑαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδιῶν καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας».
Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ νὰ ἀφοπλίσει τελείως τοὺς τριάντα ἐκείνους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτὴ τὴν συμπεριφορά. Ὁ Πατριάρχης Σισίννιος ὁ Β’ (996 – 998 μ.Χ.) πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγαν ἀμέσως, γιὰ νὰ δικαιωθοῦν προφανῶς ἀπὸ αὐτόν, ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν μανία καὶ τὸν φθόνο τῶν ἀσύνετων μοναχῶν καὶ διέταξε νὰ ἐξορισθοῦν. Ὅμως ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρακάλεσε θερμῶς τὸν Πατριάρχη νὰ τοὺς συγχωρέσει.
Ὁ Ὅσιος, παρὰ τὰ πολλὰ καθήκοντά του στὴ μονή, εὕρισκε καιρὸ νὰ γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τοὺς «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τοὺς «κατηχητικοὺς λόγους», τὰ «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».
Δυσάρεστα ζητήματα ἐναντίον τοῦ Ὁσίου δημιούργησε ὁ σύγκελλος τοῦ Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγαθὴ φήμη τοῦ Ὁσίου. Ἐπειδὴ ὁ σύγκελλος δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ στὸν βίο τοῦ Ὁσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος ἤδη Γέροντός του. Ἡ κατηγορία τοῦ σύγκελλου ἦταν ὅτι ὁ Ὅσιος ὑμνοῦσε τὸν πνευματικό του πατέρα ὡς Ἅγιο. Τελικὰ ἔπεισε τὴν Σύνοδο νὰ διερευνήσει τὸ ζήτημα. Καὶ μετὰ τὴν διαδικασία αὐτή, ὅλοι ἀναγνώρισαν, ἐκτὸς τοῦ σύγκελλου, τὸ δίκαιο τοῦ Συμεών. Τότε ὁ σύγκελλος συνεργάστηκε μὲ μοναχοὺς ποὺ ἐχθρεύονταν τὸν Ὅσιο καὶ ἔκλεψε ἀπὸ τὴ μονὴ τὴν εἰκόνα ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχε ἁγιογραφηθεῖ ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ὁσίου μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἄλλους Ἁγίους. Ὁ Ὅσιος διατάχθηκε νὰ προσέλθει στὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Καὶ πάλι βρέθηκε ἀθῶος.
Ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ὡς ἡγούμενος καὶ τὸ ἔτος 1005 ἀποσύρθηκε σὲ ἡσυχαστήριο στὸ ἀντίπερα ἐρημόκαστρο τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ ἐκαλεῖτο Παλουκητὸν καὶ ἡσύχαζε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Στὴν ἡγουμενία τὸν διαδέχθηκε ὁ μαθητής του Ἀρσένιος. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1022.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος καὶ στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐδίδασκε ὅτι ἡ πρὸς Θεὸν εἰλικρινὴς ἀγάπη καὶ ἡ μετάνοια ἦσαν ἀσφαλεῖς ὁδοὶ πρὸς τὴ θέωση. Ἡ τριαδολογικὴ βάση τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπολήγει ἱστορικὰ στὰ χριστολογικὰ πλαίσια τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως, μὲ σαφεῖς ἐκκλησιολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὲς προεκτάσεις πρὸς τὴν ὁλοκλήρωση καὶ πλήρωση τῆς τελειώσεώς του. Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαθαίρει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, διαστέλει «τὸν μέτοχον αὐτοῦ» ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σκότους καὶ τῆς πτώσεως καὶ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τώρα νὰ ἀρχίσουν νὰ γεύονται τὴ μέλλουσα δόξα τους. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ὅσιος Συμεών: «Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος φαῖνον ἐν καθαρᾷ καρδία παντὸς ἀφιστᾷ τοῦ κόσμου καὶ τὸν μέτοχον αὐτοῦ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη ἐμφορεῖσθαι περὶ τῆς μελλούσης δόξης». Ἐδὼ ἡ θέωση σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀφοῦ τελικὸς σκοπὸς εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ δοξοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοῦ τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου «ἀπαρχή», «μεσότης» καὶ «τελειότης» εἶναι ὁ Χριστός.
Ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωση ὁλοκληρώνεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Ἐδέμ. «Σὺ βασιλεία οὐρανῶν, σὺ γῆ, Χριστέ, πραέων, σὺ χλόης παράδεισος, σὺ ὁ νυμφὼν ὁ θεῖος».
Γιὰ τὴ θεολογική του κατάρτιση καὶ δεινότητα, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ἢ «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατὰ τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις τοῦ Ἁγίου, ἐπιδιδόμενος στὴν ἡσυχία, ἐλευθερωνόταν ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ γλῶσσα του γινόταν γλῶσσα πυρός, συνέθετε καὶ θεολογοῦσε θείους ὕμνους, γινόταν ὁλόκληρος πῦρ, ὁλόκληρος φῶς καὶ θεωνόταν κατὰ χάριν. Ἄλλοτε, μαρτυρεῖται ὅτι βρισκόταν ἐπάνω στὴ γῆ καὶ ἔχοντας τὰ χέρια ὑψωμένα καὶ προσευχόμενος, ἦταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος - Κατηχητικὸς Λόγος ΚΖ´:

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς καὶ Θεός μας χωρὶς νὰ φταίει σὲ τίποτε ραπίσθηκε, ὥστε οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ θὰ τὸν μιμηθοῦν, ὄχι μόνον νὰ λάβουν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνουν συγκοινωνοὶ στὴ θεότητά του μὲ τὴν ὑπακοή τους (...).
Ἐκεῖνος ἦταν Θεὸς κι ἔγινε γιὰ μᾶς ἄνθρωπος. Ραπίσθηκε, φτύσθηκε καὶ σταυρώθηκε, καὶ μὲ ὅσα ἔπαθε ὁ ἀπαθὴς κατὰ τὴ θεότητα εἶναι σὰν νὰ μᾶς διδάσκει καὶ νὰ λέει στὸν καθένα μας:
«Ἂν θέλεις, ἄνθρωπε, νὰ γίνεις Θεός, νὰ κερδίσεις τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ ζήσεις μαζί μου, πράγμα ποὺ ὁ προπάτοράς σου, ἐπειδὴ τὸ ἐπεδίωξε μὲ κακὸ τρόπο, δὲν τὸ πέτυχε, ταπεινώσου, καθὼς ταπεινώθηκα κι ἐγὼ γιὰ σένα- ἀπόφυγε τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια τοῦ δαιμονικοῦ φρονήματος, δέξου ραπίσματα, φτυσίματα, κολαφίσματα, ὑπόμεινέ τα μέχρι θανάτου καὶ μὴν ντραπεῖς.
»Ἂν ὅμως ἐσὺ ντραπεῖς νὰ πάθεις κάτι χάρη τῶν ἐντολῶν μου, καθὼς ἐγὼ ὁ Θεὸς ἔπαθα γιὰ σένα, θὰ θεωρήσω κι ἐγὼ ντροπή μου τὸ νὰ εἶσαι μαζί μου κατὰ τὴν ἔνδοξη ἔλευσή μου καὶ θὰ πῶ στοὺς ἀγγέλους μου:
»Αὐτὸς κατὰ τὴν ταπείνωσή μου ντράπηκε νὰ μὲ ὁμολογήσει καὶ δὲν καταδέχθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο καὶ νὰ γίνει ὅμοιός μου. Τώρα λοιπὸν ποὺ ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τὴ φθαρτὴ δόξα τοῦ Πατέρα μου, θεωρῶ ντροπή μου ἀκόμη καὶ νὰ τὸν βλέπω. Πετάξτε τον λοιπὸν ἔξω: ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου (Ἡσ. 26,10) (=διῶξτε τὸν ἀσεβῆ γιὰ νὰ μὴ δεῖ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου)». (...).
Φρίξετε, ἄνθρωποι, καὶ τρομάξετε, καὶ ὑπομείνετε μὲ χαρὰ τὶς ὕβρεις ποὺ ὁ Θεὸς ὑπέμεινε γιὰ τὴ σωτηρία μας... Ὁ Θεὸς ραπίζεται ἀπὸ ἕναν τιποτένιο δοῦλο... καὶ σὺ δὲν καταδέχεσαι νὰ τὸ πάθεις αὐτὸ ἀπὸ τὸν ὁμοιοπαθῆ σου ἄνθρωπο; Ντρέπεσαι νὰ γίνεις μιμητὴς τοῦ Θεοῦ; καὶ πῶς θὰ συμβασιλεύσεις μ᾿ αὐτὸν καὶ θὰ συνδοξασθεῖς στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἂν δὲν ὑπομείνεις τὸν ἀδελφό σου; Ἂν κι ἐκεῖνος δὲν καταδεχόταν νὰ γίνει ἄνθρωπος γιὰ σένα καὶ σ᾿ ἄφηνε νὰ κείτεσαι μέχρι τώρα στὴν πτώση τῆς παραβάσεως, δὲν θὰ βρισκόσουν τώρα στὸν πυθμένα τοῦ Ἅδη, ἄθλιε, μὲ τοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς ἀσεβεῖς;
Ἀλλὰ τί θὰ ποῦμε πρὸς αὐτοὺς ποὺ δῆθεν ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα κι ἔγιναν φτωχοὶ γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν;
Ἀδελφέ, φτώχυνες καὶ μιμήθηκες τὸ Δεσπότη Χριστὸ καὶ Θεό σου. Βλέπεις λοιπὸν ὅτι τώρα ζεῖ καὶ συναναστρέφεται μαζί σου, αὐτὸς ποὺ βρίσκεται ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν. Νά, βαδίζετε τώρα οἱ δυὸ μαζί - κάποιος σᾶς συναντάει στὸ δρόμο τῆς ζωῆς, δίνει ράπισμα στὸν Δεσπότη σου, δίνει καὶ σὲ σένα. Ὁ Δεσπότης δὲν ἀντιλέγει καὶ σὺ ἀντεπιτίθεσαι; «Ναί», λέει, «γιατί εἶπε σὲ κεῖνον ποὺ τὸν ράπισε: εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ - εἰ δὲ καλῶς, τί μὲ δέρεις; (Ἰω. 18,23). (=Ἂν εἶπα κάτι κακό, πὲς ποιὸ ἦταν - ἂν ὅμως μίλησα σωστά, γιατί μὲ χτυπᾶς;)».
Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸ εἶπε ἀντιμιλώντας, ὅπως φαντάστηκες, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ (=δὲν ἔκανε ἁμαρτία, οὔτε βρέθηκε δόλος στὸ στόμα του).
Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομισθεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ τάχα ἁμάρτησε, δίκαια τὸν χτύπησε ὁ δοῦλος λέγοντάς του: οὕτως ἀποκρίνει τῷ ἀρχιερεῖ; (Ἰω. 18,22)- (=ἔτσι ἀποκρίνεσαι στὸν ἀρχιερέα;), γιὰ νὰ ἀποδείξει λοιπὸν ἀνεύθυνο τὸν ἑαυτό του, εἶπε τὸν παραπάνω λόγο. Δὲν εἴμαστε ὅμως ὅμοιοί του ἐμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ πολλὲς ἁμαρτίες.
Ἔπειτα, μολονότι ὑπέμεινε πολὺ χειρότερα ἀπ᾿ αὐτό, δὲν μίλησε καθόλου, ἀλλὰ μᾶλλον προσευχήθηκε γιὰ τοὺς σταυρωτές του.
Ἐκεῖνος, ἂν καὶ τὸν περιέπαιζαν, δὲν ἀγανακτοῦσε, καὶ σὺ γογγύζεις;
Ἐκεῖνος ἀνέχεται φτυσίματα, κολαφίσματα καὶ φραγγελώσεις, καὶ σὺ δὲν ἀνέχεσαι οὔτε ἕνα σκληρὸ λόγο;
Ἐκεῖνος δέχεται σταυρὸ καὶ τὴν ὀδύνη τῶν καρφιῶν κι ἀτιμωτικὸ θάνατο, καὶ σὺ δὲν καταδέχεσαι νὰ ἐκτελέσεις τὰ ταπεινὰ διακονήματα;
Πῶς λοιπὸν θὰ γίνεις συγκοινωνὸς στὴ δόξα, ἀφοῦ δὲν καταδέχεσαι νὰ γίνεις συγκοινωνὸς στὸν ἀτιμωτικό του θάνατο; Μάταια στ᾿ ἀλήθεια ἐγκατέλειψες τὸν πλοῦτο (...), ἀφοῦ δὲν δέχθηκες νὰ σηκώσεις τὸν σταυρό, δηλ. νὰ ὑπομείνεις πρόθυμα τὴν ἐπίθεση ὅλων τῶν πειρασμῶν - ἔτσι ἀπόμεινες μόνος στὸν δρόμο τῆς ζωῆς καὶ χωρίσθηκες δυστυχῶς ἀπὸ τὸν γλυκύτατο Δεσπότη καὶ Θεό σου!

(ἀπὸ τὸ βιβλίο «Σταυροαναστάσιμα», ἔκδοσις Ἱ.Μ. Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Τ.Κ. 19014 - Κάλαμος Ἀττικῆς)

 

Ακολουθία Θείας Μεταλήψεως, ζ΄ ευχή, Συμεών Νέου Θεολόγου:

«Οίδα, Σώτερ, ότι άλλος ως εγώ ουκ έπταισέ σοι,
ουδέ έπραξε τας πράξεις ας εγώ κατειργασάμην.
Αλλά, τούτο πάλιν οίδα, ως ου μέγεθος πταισμάτων, ουχ αμαρτημάτων πλήθος,
υπερβαίνει του Θεού μου την πολλήν μακροθυμίαν και φιλανθρωπίαν άκραν.
Ου λανθάνει σε, Θεέ μου, ποιητά μου, λυτρωτά μου,
ουδέ σταλαγμός δακρύων, ουδέ σταλαγμού τι μέρος.
Το μεν ακατέργαστόν μου έγνωσαν οι οφθαλμοί σου,
επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γραμμένα σοι τυγχάνει.
Ίδε την ταπείνωσίν μου, ίδε μου τον κόπον, όσος!
Και τας αμαρτίας πάσας άφες μοι, Θεέ των όλων…»


«(τον καιρό της βαρειάς ασθένειας) …Αυτήν την προσευχή επαναλάμβανα συνεχώς με λαχτάρα, για να φύγω μ’ αυτούς τους λογισμούς. Όσο την επαναλάμβανα, τόσο από κει πάνω εμφανιζόταν η παρηγοριά μου… Δεν φοβόμουνα το θάνατο. Στον Χριστό θα πήγαινα. Όπως σας είπα, έλεγα συνεχώς αυτή την προσευχή του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, αλλά όχι με ιδιοτέλεια, όχι για να μου δώσει την υγεία μου. Την αισθανόμουνα μία μία λέξη.»


(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Βίος και Λόγοι»).

footer2


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ