5ζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Λικινίου (307 – 323) καὶ ἦταν ἐπίσκοπος Νεοκαισαρείας. Ξακουστὸς όπως είχε γίνει γιὰ τὴν ἀρετή του ὁ Παῦλος, τὸν κάλεσε ὁ Λικίνιος μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ μετέστρεφε τὸ φρόνημά του.
Ἀφοῦ οὔτε μὲ ἀπειλές, οὔτε μὲ ὑποσχέσεις κατάφερε νὰ κλονίσει τὴν πίστη του, διέταξε νὰ τὸν κάψουν μὲ πυρωμένα σίδερα στὰ χέρια.
Κατόπιν, τὸν ἐξόρισε σὲ κάποιο φρούριο, κοντὰ στὸν ποταμὸ Εὐφράτη, ὅπου ἔμεινε μέχρι ποὺ κατέβηκε ὁ Μεγάλος Κωνσταντῖνος στὴν Ἀνατολή. Τότε ἀπελευθερώθηκε, μαζὶ μὲ ἄλλους κρατούμενους καὶ ὁ Παῦλος ἐπανῆλθε στὴν ἐπισκοπή του.
Στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἔλαβε μέρος καὶ ἔδειξε τὰ τραύματά του, τὰ ὁποῖα ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀσπάστηκε. Κατόπιν γύρισε στὴν ἐπαρχία του, ὅπου μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

footer2


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ